ΕΦΣΥΝ: Μοναξιά στους λόφους με τα μπούνκερ Γιώργος Μαντενιώτης
Το βλέμμα ακαταπαύστως βλέπεται, από τον Τραπεζικό Τειρεσία και τον Εξατομικευμένο Αλγόριθμο

Βγαίνω από τη θάλασσα, στρέφω το βλέμμα μου στους λόφους αντίκρυ, γύρω, πίσω: σε κάθε κορφή ένα φρούριο με ψηλούς πέτρινους φράχτες, αναλημματικούς τοίχους, πισίνες στραφταλίζουν. Βλέπω αυτά τα φρούρια, τα μπετονένια μπούνκερ πάνω στους φρυγμένους λόφους, υπέργεια και υπόσκαφα, σαν αποστήματα γεμάτα αυθάδεια, πατάνε τα θυμάρια, τα φασκόμηλα, θρούμπια, φρύγανα και μαράθια. Τυφλοί δρόμοι ιδιωτικοί χαρακώνουν τη γη φιδωτά, πίσω από τα ψηλά τείχη προσγειώνονται ελικόπτερα.
«Κανένα σπίτι δεν πρέπει να χτίζεται πάνω στον λόφο. Πρέπει να είναι του λόφου. Να ανήκει σε αυτόν», έγραφε στην αυτοβιογραφία του ο μέγας αρχιτέκτων Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Κι αλλού: «Αν χτίσεις στην κορυφή του λόφου, χάνεις τον λόφο».
Μπούνκερ του χρήματος
Στα νησιά έχουν χαθεί οι λόφοι. Οι κορυφογραμμές, όπου επί χιλιετίες έστεκαν μόνο φρυκτωρίες, βίγλες, πέτρινοι σωροί αποτροπαϊκοί, κούκοι και κερν, βράχινες εσοχές για γίδες, σκεπάστηκαν από τα μπούνκερ του ξεπλυμένου πλούτου. Χτίζονται εκεί, έτσι, για να κυριαρχούν, να επιβάλλονται, να στέκουν μονάχα τους στα ψηλά, μακριά από το πληβειακό πλήθος των πλαζ, μακριά από τους άτακτους οικισμούς των μικρομεσαίων, χτίζονται στα ύψη του μεγαπλούτου, είναι οι φωλιές των θηρευτών, κάτω σαλεύουν χαυνωμένα τα θηράματα.
Υπήρχε θέα;
Εχουν χαθεί και πολλά άλλα, σχεδόν όλα. Ορισμένως το μέτρο και η κλίμακα. Αλλά έχει χαθεί και η αίσθηση της γης, του τόπου. Ολα τα καταπίνουν η θέα και το μέγεθος.
Υπήρχε θέα στην αρχαιότητα; Στην πολιτεία της Δήλου τα σπίτια δεν έχουν θέα, κοιτούν προς τα μέσα, στην εσωτερική αυλή τους. Το βλέμμα απλώνεται μόνο στους δημόσιους χώρους, στην ύπαιθρο. Η Δήλος άλλωστε είναι εκπάγλως επίπεδη, αμπάσσα, εξισωτική, έχει μόνο έναν λόφο, τον Κύνθο, πλήρη ναών και βωμών – μόνο το ιερό υψώνεται πάνω από τα ανθρώπινα. Στον απομαγευμένο κόσμο μας, ιερό είναι το χρήμα.
Ποιος βλέπει;
Περπατώ ανάμεσα στους ανθρώπους των χαμηλών, στους στέρφους κάμπους με φωτοβολταϊκά.
Ποιος βλέπει, τι βλέπει; Ποιος γεύεται και ποιος νιώθει; Ποιος σκέφτεται και ποιος θυμάται; Κουβαλάνε τσάντες κρατώντας στο δεξί προσεκτικά το κινητό-φυλαχτό, τους κρατά δεμένους στις πλατφόρμες των παράλληλων μοναξιών.
Το βλέμμα έχει ξεμάθει, αν έμαθε ποτέ, να κοιτά γύρω, άνω, έσω. Το βλέμμα έχει προσαρμοστεί στα εικονίδια και τα νοτιφικέισον της πλατφόρμας, το βλέμμα δεν βλέπει, ακαταπαύστως βλέπεται, από τον Τραπεζικό Τειρεσία και τον Εξατομικευμένο Αλγόριθμο. Αυτά τον οδηγούν, τον εθίζουν, τον βυθίζουν και τον χειραγωγούν, πιστεύει ότι η ιστορία εξελίσσεται, προοδεύει. Κι όλο βυθίζεται στη συμμόρφωση και την υπακοή.
Κουλουριασμένοι έσω
Η χώρα, το προτεκτοράτο του Real Estate που ονομάζουμε χώρα, είναι ένα απέραντο γηροκομείο, καταναλώνει συντάξεις, καταβροχθίζει τα παιδιά της, ξεπουλάει κορυφογραμμές και ακτές, βουλιάζει στη σιωπή, αποστρέφει το βλέμμα από το παρόν, κουλουριάζεται σε ένα νευρασθενικό έσω, κουμπώνει αντικαταθλιπτικά, φθονεί και κακιώνει, ακτινοβολεί βία, μα ουδέποτε εξεγείρεται, δεν εγείρεται καν, σκυμμένη γονυπετής σέρνεται ανάμεσα σε ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, πηχτή διαφθορά, σε μια διεστραμμένη κανονικότητα εκφασισμού και εθελοδουλείας, άλλοτε με βουβό θυμό κι άλλοτε με κρότους μάταιων εκδραματίσεων, έχει κεντήσει το πετσί της με τούτη τη μοίρα. Να ζει σκυμμένη. Η ας πούμε χώρα.
Ποιος κολυμπά; Γέροντες κολυμπούν για τα αρθριτικά τους, μωρά πλατσουρίζουν.
Ποιος ριγεί στην ψυχρή θάλασσα; Ποιος στέκει στον βράχο ν’ ακούει τον παφλασμό του κύματος;
Ποιος βλέπει, τι βλέπει;

