ΕΦΣΥΝ: Ηγεμών Γιώργος Μαντενιώτης
Ξαφνικά ο Ερντογάν άλλαξε τους τόνους στη ρητορική του. Ελλάδα και Τουρκία, λέει, είμαστε σύμμαχες χώρες. Βεβαίως ένας σύμμαχος δεν μπορεί να απειλεί άλλο με πόλεμο, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα. Δεν πρέπει να μας παρασύρει το φαίνεσθαι. Παρά τα όσα είπε ο Ερντογάν, η Τουρκία έχει εκφραστεί τον τελευταίο μήνα επανειλημμένως για τις διμερείς σχέσεις.
Δυσαρεστήθηκε με τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα που βρίσκονται εντός των χωρικών μας υδάτων. Διαμαρτυρήθηκε για τη χωροθέτηση ανεμογεννητριών επί ελληνικών νησιών. Απαιτεί προηγούμενη έγκριση της τοποθετήσεως καλωδίων στην ανοιχτή θάλασσα ειδάλλως απειλεί με θερμό επεισόδιο. Αποκόπτει το Καστελλόριζο από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ενοχλείται ακόμα και με τη μετάβαση του Ελληνα πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο. Αυτά δεν είναι ούτε φιλικά, ούτε συμμαχικά, ούτε επαναφορά στην προ των «ήρεμων νερών» κατάσταση. Εχουμε περάσει πλέον σε άλλο επίπεδο.
Η αιτία της σημερινής διαμάχης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι απλή. Οφείλεται στη διευρυνόμενη διαφορά στρατηγικής ισχύος μεταξύ των δύο κρατών σε συνδυασμό με τον ρόλο που επιλέγει η καθεμία από τις δύο χώρες να διαδραματίσει σε ανατολική Μεσόγειο, Βαλκάνια και Εύξεινο Πόντο. Η στρατηγική ισχύς είναι ένα σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνει:
- αντικειμενικά και σχετικά σταθερά χαρακτηριστικά, όπως η γεωγραφία, οι πόροι, ο πληθυσμός, η στρατιωτική δυνατότητα, η οικονομική και τεχνολογική βάση·
- τη θεσμική ικανότητα ενός κράτους να προσαρμόζεται στις εξελίξεις·
- την πολιτική βούληση για την επίτευξη στρατηγικών γεωπολιτικών στόχων·
- την οργανωτική ικανότητα του κράτους να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του με σκοπό την επίτευξη των προαναφερόμενων στρατηγικών γεωπολιτικών στόχων·
- την πραγματική θέση ενός κράτους στο διεθνές σύστημα τη δεδομένη στιγμή.
Το πρόβλημα στα ελληνοτουρκικά προκύπτει από τον συνδυασμό της διαφοράς στρατηγικής ισχύος και των αντικρουόμενων συμφερόντων, σχετικώς με τον ρόλο που επιθυμεί κάθε χώρα να διαδραματίσει στην ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στον Εύξεινο Πόντο. Στη γεωπολιτική σκακιέρα η Ελλάδα διαθέτει δύο κρίσιμα ερείσματα: την Κύπρο, που τη φέρνει σε επαφή με όλα τα κράτη της ανατολικής Μεσογείου, και το Αιγαίο, όπου η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών δυνητικά οδηγεί σε πλήρη έλεγχο των περασμάτων προς τον Εύξεινο Πόντο. Οι (ευνοϊκές) διατάξεις του διεθνούς δικαίου ενδυναμώνουν αυτά τα ερείσματα. Αυτά προσπαθεί να ακυρώσει η τουρκική πολιτική, διότι συγκρούονται με τη δική της αντίληψη για τον ρόλο που επιλέγει να διαδραματίσει στην περιοχή και της επιτρέπει η στρατηγική της ισχύς. Επιπλέον, θέλει να εκμεταλλευθεί τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής που βάσει του διεθνούς δικαίου δεν ανήκουν σε αυτήν.
Ετσι απαντάται και το ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει έντιμη και καλόπιστη συνολική επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία. Λόγω της διαφοράς στρατηγικής ισχύος μεταξύ των δύο χωρών και των αντικρουόμενων συμφερόντων μας στην περιοχή, δεν μπορεί να υπάρξει έντιμος συμβιβασμός με την τουρκική ηγεσία είτε μέσω διαλόγου, είτε με ελληνική στρατιωτική απειλή, είτε με εξευρωπαϊσμό ή εκδημοκρατισμό, είτε με αύξηση του εμπορίου. Η Τουρκία αισθάνεται ως ο ηγεμών και θέλει να το επιβάλλει.
*Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής, βουλευτής Ν.Δ. Α΄ Αθηνών



